mistero buffo

Μιστέρο μπούφο του Ντάριο Φο

Μιστέρο μπούφο του Ντάριο Φο

Πριν περίπου δέκα χρόνια, είχα την τύχη να συναντήσω από κοντά, κατά την διάρκεια ενός συνεδρίου σχετικά με το θέατρο, στους Δελφούς, τον Ντάριο Φο.

Είχε δώσει μία διάλεξη πάνω στο πώς η γλώσσα του θεάτρου είναι μία διεθνής γλώσσα. Και προς τεκμηρίωση αυτού αναπαράστησε ο ίδιος, παίζοντας, το πώς μπορεί ένας μη Γάλλος ηθοποιός που δεν γνωρίζει παρά ελάχιστα γαλλικά, να παρουσιάσει ένα επεισόδιο στο γαλλικό κοινό, όπως προφανώς και έκαναν οι περιπλανώμενοι θίασοι την εποχής της Κομέντια ντελ Άρτε.

Μπροστά στα μάτια μας, λοιπόν, ένας πραγματικός γελωτοποιός, αρλεκίνος, μπουφόνος, ο ηθοποιός όπως δεν μου είχε αποκαλυφθεί ποτέ.

Αυτό είναι το θέατρο του Φο, ένα θέατρο μπουφόνων, αρλεκίνων, γελωτοποιών, που με το καυτό τους χιούμορ ανατρέπουν τα πάντα.

Ένα θέατρο πολιτικό, υπονομευτικό, που χρησιμοποιεί ως πολιορκητικό κριό το χιούμορ, μαύρο χιούμορ, πικρό χιούμορ, φόρμες γκροτέσκες στην περιοχή της τέχνης, όπου το γκροτέσκο συναντά το τραγικό και ο κόσμος είναι μία φάρσα.

Τέτοιοι είναι και οι ήρωες στο Μίστερο Μπούφο, ένα έργο που προέκυψε μέσα από μια δεκαετή έρευνα του Φο πάνω στα κωμικά ιντερμέδια που παρεμβάλλονταν ανάμεσα στα θρησκευτικά δράματα την εποχή της ακμής τους, τα οποία παριστάνονταν από τους μόνους επαγγελματίες ηθοποιούς της εποχής, τους γελωτοποιούς.

Από τα ιερά μυστήρια προέκυψε και ο τίτλος, αφού “Mistero Buffo” στα ιταλικά σημαίνει κωμικό μυστήριο και, λέγοντας μυστήριο, εννοείται το ιερό δρώμενο, το θρησκευτικό δράμα.

Ο στόχος του έργου είναι να στηλιτεύσει την κατάχρηση εξουσίας, τον δογματισμό και τον παραλογισμό της βίας. Στο έργο υπάρχουν πάρα πολλά σκετς, τα οποία δεν είναι δυνατόν να παιχτούν όλα σε μία βραδιά, και ο Φο ζητά να μην παίζονται με σκηνικά και κουστούμια, όπως και γίνεται στην παράσταση στο Θησείο, όπου οι ηθοποιοί δεν έχουν παρά μόνο το καπέλο του γελωτοποιού, το οποίο τελικά και προς τιμή τους, είναι υπεραρκετό για να τους μεταμορφώσει σε τέτοιους και να χαρίζουν κάθε βράδυ υπέροχες στιγμές καθαρής θεατρικής μαγείας.

Οι ερμηνείες είναι όλες εκπληκτικές, αλλά θα ξεχωρίσω αυτές των Θ. Τοκάκη και Γ. Χρυσοστόμου. Αλλά όσο τάλαντο και να διαθέτει ένας ηθοποιός και όσο κόπο και προσπάθεια και αν καταβάλλει, για να φτάσει σε τέτοια αποτελέσματα έχει και την ανάγκη ενός πολύ καλού καθρέπτη, που θα του δείχνει τα λάθη του – και αυτός ο καθρέπτης δεν μπορεί να είναι άλλος από τον σκηνοθέτη του.

Ένας σκηνοθέτης, που με το έργο του επηρέασε και γαλούχησε πολλούς νέους ηθοποιούς και σκηνοθέτες, έχοντας δημιουργήσει σχεδόν σχολή για το πώς πρέπει ή -πιο σωστά- πώς μπορεί να είναι το θέατρο σήμερα και ο οποίος σε αντίθεση με άλλους της γενιάς του, που επίσης άφησαν το στίγμα τους, δεν επιζητά να εξαργυρώσει τα διαπιστευτήριά του σε δόξα ή σε χρήμα, στοχεύοντας σε μεγάλες καρέκλες ή σε επικερδείς συνεργασίες με μεγάλες εταιρίες θεαμάτων.

Τουναντίον, επιστρατεύει την τέχνη του και βάζει σημαία του το θέατρο – αλήτη, το θέατρο του δρόμου, δηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο ξεκάθαρα, το πόσο σοβαρά και κρίσιμα είναι τα πράματα στις μέρες και τις εποχές που ζούμε.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *